O
Θ Η Σ Ε Α Σ

Η ζωή και οι άθλοι του

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, και πιο συγκεκριμένα χιλιάδες χρόνια πριν, στην εποχή της μυθολογίας, στην Αθήνα βασίλευε ένας βασιλιάς που το όνομά του ήταν Αιγέας. Ο Αιγέας σε γενικές γραμμές ήταν ένας καλός και δίκαιος άνθρωπος. Το μόνο του ελάττωμα ήταν ότι του άρεσαν πολύ οι όμορφες γυναίκες! Αν και παντρεμένος, δεν δίστασε να αγαπήσει, σε ένα ταξίδι του στην Τροιζήνα, την Αίθρα. Η Αίθρα βέβαια ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, κόρη του βασιλιά Πιτθέα, που όλοι οι άντρες την αγαπούσαν!!!

Μεταξύ μας, το όνομα του βασιλιά πατέρα της δεν ήταν Πιτθέας αλλά Πιτσέας, επειδή ο ίδιος είχε ανακαλύψει τις πίτσες. Αλλά ο καημενούλης επειδή ήταν λίγο ψευδός, δεν μπορούσε να προφέρει το όνομά του σωστά κι έτσι από Πιτσέας το’ χε κάνει Πιτθέας. Ο λαός του που πολύ τον σεβόταν, για να μην τον προσβάλλει, τον αποκαλούσε «βασιλιά Πιτθέα» κι έτσι είχε επικρατήσει αντί του Πιτσέα! Τέλοθ πάντων...

Ο Αιγέας λοιπόν, σαν είδε την Αίθρα ντυμένη με τα αιθέρια φουστάνια της και με τα μακριά ξανθά μαλλιά της, θαμπώθηκε τόσο που ήθελε να την παντρευτεί. Και ναι, μάλιστα, την παντρεύτηκε. Από αυτό τον γάμο αποκτήσανε κι ένα όμορφο αγοράκι που γεννήθηκε 7,5 κιλά, ο Θησέας. Ο Θησέας ήταν ένα πολύ ομορφούλι μωράκι, με ξανθές μπουκλίτσες και στιβαρά μπράτσα! `Ηταν μάλιστα ένα πολύ έξυπνο μωρό. Να φανταστείτε ότι σε ηλικία 9 ημερών έπινε μόνος του από ποτήρι το γάλα του και σε ηλικία 3 μηνών έτρωγε δυο σουβλάκια με πίτα και κρεμμύδι!!!

Είχε περάσει κάμποσος καιρός και ο βασιλιάς Αιγέας έπρεπε να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του, την Αθήνα, όπου ήταν εκεί βασιλιάς. `Ετσι λοιπόν, πήρε την όμορφη Αίθρα από το χέρι, ενώ ο Θησέας ακολουθούσε από πίσω τους με το πατίνι του. Ανεβήκανε ψηλά σε ένα βουνό, σταθήκανε μπροστά από έναν πελώριο βράχο, κι αφού τον σήκωσε ο Αιγέας με το ένα του χέρι, είπε με ύφος σοβαρό: «Αγαπημένη μου Αίθρα. Κάτω από αυτό το βράχο, θα βάλω τα σαντάλια μου και το πολύτιμο σπαθί μου. Μόλις ο Θησέας κάνει το πάρτι των 16 του χρόνων, θα έρθει εδώ, θα σηκώσει μόνος του τον βράχο, θα πάρει το σπαθί και τα σαντάλια μου και θα έρθει να με βρει στην ΑΘήνα. Αν όλα γίνουν έτσι όπως τα είπα τότε ο κανακάρης μας θα γίνει βασιλιάς της Αθήνας» Αυτά είπε ο Αιγέας, γιατί είχε κοψομεσιαστεί λιγάκι από το βάρος του βράχου, κι αφού έβαλε σπαθί και σαντάλια άφησε το βράχο να επανέλθει στη θέση του. Βέβαια, ακούστηκαν κάτι θόρυβοι, σκρτας, μπαμ, σαν έπεσε ο βράχος αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. `Επειτα, ο Αιγέας φίλησε τη γυναίκα του και ξυπόλητος (μια και δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα αθλητικά παπούτσια) ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής...

Πραγματικά λοιπόν, τα χρόνια περνούσαν, ο Θησέας μεγάλωνε ώσπου έφτασε και στα δεκαέξι του χρόνια. Αφού έκανε το πάρτι των γενεθλίων του σ’ έναν παιδότοπο, τον πήρε η μητέρα του και πήγανε σε εκείνον τον βράχο ψηλά στο βουνό. Στο δρόμο εντωμεταξύ του είχε εξηγήσει τι είχε συμβεί τότε με τον πατέρα του, τον Αιγέα. Μόλις φτάσανε εκεί ο Θησέας με το μικρό του δαχτυλάκι του δεξιού του χεριού σήκωσε το βράχο σαν να ήταν βαμβάκι, όπου αντίκρισε ένα ζευγάρι στραπατσαρισμένα σαντάλια κι ένα ραγισμένο σπαθί. Απογοητεύτηκε (και με το δίκιο του) λιγάκι μ’ αυτά που βρήκε αλλά έχοντας ως κίνητρο ότι θα γινόταν βασιλιάς, παρηγορήθηκε και δεν είπε  κουβέντα. Πήρε το σπαθί και τα σαντάλια, σταυροφίλησε τη μανούλα του κι έφυγε για το μακρύ του ταξίδι για την Αθήνα.

           Είχε κάνει κάμποσο δρόμο, ώσπου φτάνοντας κοντά στην Επίδαυρο συνάντησε το γίγαντα Περιφήτη. Ο γίγαντας αυτός ήταν λίγο τεμπέλης και γενικά βαριόταν στη ζωή του. Επειδή λοιπόν δεν είχε και πολλά πράγματα να κάνει, για να σκοτώσει την ώρα του, χτυπούσε με ένα ρόπαλο που του είχε κάνει δώρο ο Homo Sapiens, όποιον τύχαινε να περάσει από μπροστά του. Ο Θησέας έμαθε το δράμα του γίγαντα και για να τον βοηθήσει έκανε το εξής. Επειδή είχαν μαζευτεί αρκετές μύγες λόγω δυσωδίας των σανταλιών του πατέρα του, τις έκανε δώρο στον γίγαντα. Ο Περιφήτης τρελάθηκε από τη χαρά του. Σταμάτησε αμέσως να βαράει τους περαστικούς με το ρόπαλο, και βαρούσε μύγες. Από τότε βέβαια κυκλοφορεί η έκφραση για κάποιον που βαριέται ότι “βαράει μύγες”!  

            Ο Θησέας φουσκωμένος από περηφάνια για το καλό που είχε κάνει τόσο στον ίδιο το γίγαντα όσο και στους περαστικούς, συνέχισε ακάθεκτος το ταξίδι του. Κοντά στον Ισθμό της Κορίνθου άρχισε να κουράζεται κι έτσι αποφάσισε στο δάσος που υπήρχε εκεί κοντά να ξαποστάσει λίγο. Σ’ αυτό το δάσος το οποίο ήταν γεμάτο από πεύκα, ζούσε ο Σίνης ο Πιτυοκάμπης. Αυτός ο καημένος προσπαθούσε εδώ και χρόνια να φτιάξει μία αιώρα για να ξεκουράζεται. `Όμως επειδή ήταν μόνος του ήταν λίγο δύσκολο να συγκρατήσει δύο πεύκα και κατόπιν να τα ενώσει με την αιώρα. `Ετσι, πότε του έφευγε το ένα πεύκο, πότε το άλλο, με αποτέλεσμα να το τρώει στο κεφάλι κάποιος περαστικός. Μόλις ο Θησέας είδε την προσπάθεια του Σίνη, τον λυπήθηκε και τον βοήθησε με τα ρωμαλέα του μπράτσα να φτιάξουν μια αιώρα. Πραγματικά λοιπόν, και μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο Σίνης ήδη κουνιόταν πέρα – δώθε σε μια τεράστια και άνετη αιώρα κι αυτό χάρη στον ικανό Θησέα. Από τότε ο Σίνης δεν ξανατραυμάτισε κανέναν περαστικό με τα πεύκα του. Μάλιστα από τότε κυκλοφορεί και η έκφραση για κάποιον που έχει αποβιώσει ότι «είναι στα πευκάκια»!.

            Ο Θησέας αφού πέρασε το βράδυ του παρέα με τον Σίνη, το επόμενο πρωί συνέχισε ξεκούραστος το ταξίδι του. Μετά από μακρύ δρόμο άρχισε να πεινάει επικίνδυνα. Φτάνοντας σε μια έρημη πόλη πήρε το μάτι του ένα τεράστιο και ζωηρό αγριογούρουνο. Του πέσανε τα σάλια με την πείνα που είχε. `Ετσι, χωρίς να το καλοσκεφτεί, ορμάει απάνω του και με δυο κλωτσιές, τρεις μπουνιές και τέσσερις κουτουλιές, το αγριογούρουνο έπεσε ανάσκελα. Χωρίς να χάσει καιρό, άναψε φωτιά, έβαλε ένα τσουκάλι που βρήκε σε μια αυλή και έχωσε μέσα το αγριογούρουνο. Μάλιστα για περισσότερη νοστιμιά έβαλε μέσα και καμιά εκατοστή κρεμμυδάκια. Αυτή η πόλη ήταν ερημωμένη γιατί οι κάτοικοί της λόγω του τρομερού αγριογούρουνου την είχαν κοπανήσει σε μια γειτονική. Μόλις όμως τους ήρθε η μυρωδιά από τα κρεμμυδάκια, δειλά – δειλά άρχισαν να μπαίνουν και πάλι στην πόλη τους. Σαν είδαν μάλιστα και το αγριογούρουνο, όχι ζωντανό αλλά στο τσουκάλι, χειροκρότησαν όλοι τον Θησέα για το ακατόρθωτο κατόρθωμά του. Μάλιστα, ονομάσανε την πόλη Κρομμυώνα λόγω της φοβερής μυρωδιάς των κρεμμυδιών. Και όπως όλοι γνωρίζουμε από τότε κυκλοφορεί και η έκφραση για κάποιον που έχει φάει το ξύλο της χρονιάς του ότι «τον έκανε με τα κρεμμυδάκια»!

`Όταν έβρασε το αγριογούρουνο, κάθισαν όλοι μαζί και απόλαυσαν ένα εκπληκτικό γεύμα.

`Ομως ο Θησέας έπρεπε να συνεχίσει το μακρύ του ταξίδι. Χορτασμένος ήταν, ξεκούραστος ήταν, το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν ένα μπανάκι, γιατί με τη μαγειρική μύριζε ολόκληρος κρεμμύδια. Σκέφτηκε λοιπόν ότι όταν θα έφτανε στα Μέγαρα θα’ κανε καμία βουτίτσα. Εκεί κοντά στα Μέγαρα στην Κακιά Σκάλα ζούσε ένας άντρας μοναχικός, ο Σκείρωνας. Τούτος ο καημένος είχε πάθει το εξής. `Ηθελε να πλύνει τα πόδια του εδώ και πολύ καιρό, μα είχε πάθει λουμπάγκο στη μέση και δεν μπορούσε να σκύψει. `Ετσι, κάθε φορά που περνούσε κάποιος από εκεί τον θερμοπαρακαλούσε να του πλύνει τα πόδια. Βέβαια, κανείς δεν δεχόταν διότι υπήρχε αρκετή βρωμιά πάνω στα πόδια του. Κι έτσι ο Σκείρωνας από το θυμό του τους πέταγε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. `Όταν ο Θησέας έφτασε εκεί και είδε τα καταγάλανα νερά άρχισε να γδύνεται για να κάνει τη βουτιά του. Τότε εμφανίστηκε ο Σκείρωνας και του ζήτησε να του πλύνει τα πόδια του. Μάλιστα από την απελπισία του τον πιάσανε και τα κλάματα. Ο Θησέας εκτός από πολύ δυνατός, πολύ καλός και πολύ όμορφος ήταν και πολύ ευαίσθητος. Σαν είδε τον Σκείρωνα να κλαίει σαν μικρό παιδάκι, τον λυπήθηκε. `Ετσι, έκατσε κάτω και του έπλυνε τα πόδια. Μετά από δύο ώρες συνεχούς δουλειάς ο Θησέας τα κατάφερε και έκανε τα πόδια του Σκείρωνα πεντακάθαρα. Χαρούμενοι και καταϊδρωμένοι αποφάσισαν να πέσουν παρεούλα για μια βουτιά στη θάλασσα.

`Όμως εκεί μέσα υπήρχε μια τεράστια χελώνα που σαν τους είδε άρχισε να κολυμπάει προς το μέρος τους για να τους φάει.  `Ανοιξε το τεράστιο στόμα της τόσο που φάνηκαν οι αμυγδαλές της και με μια χαψιά έφαγε ολόκληρο τον Σκείρωνα με τα καθαρά του πόδια. Ο Θησέας εκείνη την ώρα έκανε μια βουτιά κάτω στο βυθό και δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Σαν βγήκε στην επιφάνεια, και είδε τη χελώνα να ρεύεται, κατάλαβε τι είχε συμβεί και με τα στιβαρά του  μπράτσα την έπνιξε. Στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε τον καινούριο του φίλο, και μάλιστα πάνω που είχε αποκτήσει και πεντακάθαρα πόδια. Βγήκε πάλι στο βράχο, κάθισε να λιαστεί λίγο να στεγνώσει και μετά θα συνέχιζε το ταξίδι του προς την Αθήνα… `Όπως βέβαια όλοι γνωρίζετε, από τότε κυκλοφορεί και η έκφραση για κάποιον που έχει φοβηθεί στη ζωή του πολύ «Τα είδα όλα»…

            Το τι έγινε, τι επακολούθησε, τι περιπέτειες πέρασε ο Θησέας ο καλός και δυνατός, θα το διαβάσουμε την επόμενη φορά.

           
Μαρία  Κίτρα
maraki@
junior.gr