Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ… ΚΟΚΑΛΟ!

μέρος 1ο


Μια φορά και δυο καιρούς, στην κορφή ενός βουνού και μακριά από τους ανθρώπους, ζούσε η μάγισσα Παράκακη. Μια μάγισσα που δεν ξέρουμε στα σίγουρα αν είναι καλή ή κακή. Μας έχει μπερδέψει λιγάκι. Κακό δεν έχει κάνει σε κανέναν αν και μερικές φορές με την πονηριά της δημιουργεί μπελάδες. Να όπως τώρα, που επειδή νομίζει πως μισεί τον `Άγιο Βασίλη θέλει να τον εξαφανίσει! Γιατί τον μισεί; Μα επειδή όλος ο κόσμος και κυρίως τα μικρά παιδάκια τον αγαπούν πολύ ενώ την ίδια κανένας. Oπότε, όπως καταλάβατε δεν τον μισεί ακριβώς, μάλλον τον ζηλεύει πολύ!
 
`Έχει λοιπόν στο μυαλουδάκι της ένα σχέδιο πονηρό, που άμα πετύχει θα πάρει εκείνη τη θέ-ση του κι έτσι πιστεύει πως όλοι θα αγαπήσουν την ίδια. Για να δούμε όμως τι μαγειρεύει μέσα στο σκοτεινό της εργαστήριο…
 
«`Αμπρα κατάμπρα, λούμπα τουλούμπα … Τίποτα! `Αμπρα κατάμπρα, λούμπα τουλούμπα... Αααα, δεν μου βγαίνει. `Ισως χρειάζεται κάτι άλλο. Κακοκοράκιιι… Κακοκοράκι….», έλεγε η μά-γισσα τα ξόρκια της και μια και δεν τα κατάφερνε φώναξε το βοηθό της.
«Στις διαταγές σου μάγισσα Παράκακη. Κρα-κρα», είπε αμέσως εκείνο μόλις παρουσιάστηκε μπροστά της.

- Δε μου λες. Μήπως σου βρίσκονται τίποτα βατραχοπόδαρα;
- Αχ, μόλις τα βούτηξα στο γάλα μου. Sorry! Τι τα θες; Κρα-κρα
- Φτιάχνω ένα μαγικό φίλτρο για τον `Αγιο Βασίλη μα δεν μου πετυχαίνει.
- Τι φίλτρο κακή μου μάγισσα; Για να αδυνατίσει;
- Καλέ, κοράκι είσαι εσύ ή μπούφος; `Όχι βέβαια για να αδυνατίσει αλλά για να κοιμηθεί.
- Γιατί, αϋπνίες έχει; ρώτησε ο βοηθός της γεμάτος κορακίστικη αφέλεια!
- Αααα! Θα σε ασπρίσω στο ξύλο. Τι λες τώρα; Θέλω να φτιάξω ένα φίλτρο που μόλις το πιει θα μείνει κόκαλο. `Ετσι δεν θα μοιράσει τα δώρα στα παιδιά. Και τότε θα πάρω εγώ τη θέση του. Κι όλοι εμένα θ’ αγαπήσουν.
- Ε, και τι τα θες τα βατραχοπόδαρα; Αυτά μόνο με το γάλα τρώγονται. Ξέρω εγώ μια συντα-γή μα είναι κομματάκι δύσκολη, είπε περήφανο το Κακοκοράκι
- Αλήθεια; Αχ, πες τη μου κι αν πετύχει θα σε κάνω … καναρίνι!
- Α κρα, κρα, κρα, κρα, δεν μου πάνε τα κίτρινα!
- Καλά, καλά. Θα σε κάνω … παπαγάλο!
- Σιγά μην με κάνεις και … παπα-άγγλο!
- Ωωωωχ! Θα μου πεις επιτέλους ή θα σε κάνω κάμπια; είπε η μάγισσα που δεν είχε και πο-λύ υπομονή σιγά – σιγά!
- Εντάξει, εντάξει. Λοιπόν άκου τι χρειάζεσαι: Την οδοντογλυφίδα του καλού Λύκου, το σιρόπι της Κοκκινοσκουφίτσας, τη μύτη του Πινόκιο, τα μούσια από τους 7 νάνους και τις ουρές από τα τρία γουρουνάκια!
- Και τι θα τα κάνω όλα αυτά;
- Τα βράζεις σε χαμηλή φωτιά στο καζάνι και μόλις αρπάξουν τα σβήνεις με κρασί! Ε, μετά αυτό το ζουμάκι το δίνεις στον `Αγιο Βασίλη να το πιει και θα μείνει κόκαλο!
- Καταπληκτικό! Το λοιπόν, μη χάνουμε καιρό, φώναξέ μου τους Κακικάντζαρους. Γρήγορα Κακοκοράκι, μην καθυστερείς...
Κι έτσι, ενώ η μάγισσα Παράκακη έτριβε τα χέρια της από τη χαρά της να’ σου οι βοηθοί της οι Κακικάντζαροι μπροστά της να στέκονται προσοχή και να λένε «Μάλιστα μάγισσα»
- Λοιπόν Κακικάντζαροι, θέλω τη βοήθειά σας, είπε εκείνη με ύφος συνωμοτικό
- Μάλιστα μάγισσα, ξαναείπαν εκείνοι!
Και η μάγισσα Παράκακη άρχισε να εξηγεί χαμηλόφωνα το πονηρό της σχέδιο… Μετά από λίγο τους ρώτησε…
- Καταλάβατε;
- Μάλιστα μάγισσα, απάντησαν εκείνοι με μια φωνή
- Μπααα, κόλλησε η βελόνα! `Αντε πηγαίνετε τώρα!
- Μάλιστα μάγισσα!
Βρε τους Κακικάντζαρους, πλάκα έχουν. Χωρίς όμως να χάσουν καιρό, ξεκίνησαν την αποστο-λή που τους είχε αναθέσει η μάγισσα…Κι ενώ εκείνη περίμενε γεμάτη αγωνία στο εργαστήριό της, λίγο πιο κάτω έκαναν αμέριμνοι τη βόλτα τους σ’ ένα καταπράσινο δάσος ο καλός-Λύκος και η Κοκκινοσκουφίτσα, μετά από ένα απολαυστικό δείπνο.
- Μμμμ! Ωραίο φαγητό φάγαμε. Και πολύ ωραία ταβέρνα. Ε, δε συμφωνείς Κοκκινοσκουφί-τσα;
- Μα και βέβαιααααα ααααψού!
- Τι έπαθες πια; `Ολο αψού και αψού είσαι!
- `Εχω αλλεργία στους λύκους και πίνω τούτο το σιρόπι. Ξέρεις, είναι κληρονομικό. Το είχε κι η γιαγιά μου.
- Αλήθεια; Κι εγώ κληρονόμησα από τον παππού μου αυτή την οδοντογλυφίδα και την προ-σέχω σαν τα μούσια μου. Και τώρα που μου έχει κολλήσει ένα κρέας στο δόντι θα τη χρησι-μοποιήσω.
- Καλάαααααα αψού κάνεις. Κι εγώ προσέχω το σιρόπι μου. Δεν μπορώ χωρίς αυτό.
- Γείτσες σου καλή μου. Δε μου λες, θέλεις να σου δείξω τη συλλογή μου από πεταλούδες;
- Το ρωτάς; Μα και βέβαια καλέ μου Λύκε.
Και καθώς ο καλός Λύκος έδειχνε την περίφημη συλλογή του από πεταλούδες στην Κοκκι-νοσκουφίτσα, οι πονηρούληδες Κακικάντζαροι ήρθαν από πίσω τους αθόρυβα, πατώντας στις πολύχρωμες καλτσούλες τους κι έκλεψαν την οδοντογλυφίδα του Λύκου και το σιρόπι της Κοκ-κινοσκουφίτσας…
 
Η ώρα είχε περάσει, ο ήλιος είχε νυστάξει και πήγαινε προς τη δύση, ενώ το φεγγαράκι φρέσκο – φρέσκο ανέβαινε στον ουρανό να φωτίσει την πλάση
 
- Πω – πω! Πέρασε η ώρα. Φεύγουμε Λύκε μου γιατί έχω μια εργασία στο «Σκέφτομαι και γράφω» αύριο, ρώτησε κάπως νυσταγμένη η Κοκκινοσκουφίτσα
- Ναι, ναι. Κι εγώ θέλω να δω το «Χορεύοντας με τους λύκους» στην τηλεόραση. Κάτσε να πάρω την οδοντογλυφίδα μου….. Μα δεν την βρήκε κι έτσι ρώτησε
- Κοκκινοσκουφίτσα, πού είναι η οδοντογλυφίδα μου;
- Και πού θες να ξέρω εγώ είπε εκείνη καθώς έψαχνε για το σιρόπι της, μα δεν το βρήκε ούτε κι εκείνη…
- Αααα, καλέ Λύκε πού είναι το σιρόπι μου;
- Δεν έχω ιδέα. Μήπως το ήπιες όλο και ντοπαρίστηκες;
- Εσύ μου το πήρες! Φερ’το μου πίσω! Είσαι κακός τελικά.
- Κι εσύ μου πήρες την οδοντογλυφίδα μου για να μ’ εκδικηθείς επειδή παλιά ο παππούς μου έφαγε τη γιαγιά σου. Και χάλασε και τη δίαιτά του!
- Είσαι κακός, είσαι κακός, είσαι κακός!!!!
- Κι εσύ είσαι στρίγκλα, είσαι στρίγκλα, είσαι στρίγκλα.
 
Αααχ! Το κακό είχε αρχίσει να απλώνεται σιγά - σιγά. Ο καλός Λύκος μάλωσε με την Κοκκι-νοσκουφίτσα και χωρίστηκαν θυμωμένοι πιστεύοντας πως ο ένας έκλεψε από τον άλλο ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Μα το κακό είχε και συνέχεια αφού οι Κακικάντζαροι προχωρούσαν ακάθεκτοι.
 
Σειρά είχαν τώρα οι ουρές από τα τρία γουρουνάκια. Τα βρήκαν την ώρα που έβγαιναν από τον κινηματογράφο…

- Χρον, χρον. Άλλη φορά δεν ξαναπάω σινεμά, είπε ο καφετούλης
- Γιατί καλέ; Δεν σ’ άρεσε το έργο, ρώτησε ο ροζούλης
- Αυτό δεν ήταν έργο, θρίλερ ήταν, συμπλήρωσε ο γκριζούλης.
- Δίκιο έχεις. «Ο λύκος και τα τρία γουρουνάκια» ήταν κατάλληλο για γουρουνάκια άνω των 15 … κιλών, συμφώνησε ο καφετούλης
- Βρε παιδιά, αφού δεν υπάρχει κακός λύκος στην πραγματικότητα, είπε πιο γενναία ο ρο-ζούλης
- Εγώ πάντως στη σκηνή που ο λύκος ρίχνει το σπίτι με ένα φύσημα, πολύ φοβήθηκα ξανα-είπε ο γκριζούλης κοιτώντας και γύρω του.
- Κι εγώ τρόμαξα πολύ. Θέλεις να κοιμηθούμε απόψε παρέα, πρότεινε ο καφετούλης
- Μπορώ να έρθω κι εγώ, ρώτησε ο ροζούλης που του άρεσε η ιδέα
- Ε, τότε να κοιμηθούμε όλοι μαζί, κατέληξε ο γκριζούλης
 
Και καθώς τα τρία γουρουνάκια έκαναν σχέδια για το πού θα κοιμηθούν και οι τρεις, ποιες πυζαμούλες θα φορέσουν, πόσο γάλα θα πιουν, κι ενώ έτρωγαν τα τελευταία ποπ-κορν που τους είχαν απομείνει από τον κινηματογράφο, οι κακικάντζαροι ήρθαν εντελώς αθόρυβα από πίσω τους και τους … βούτηξαν τις ουρίτσες τους!
 
Μετά από λίγα λεπτά …
 
- Αχ, έχω φαγούρα από πίσω. `Εχω κάτι, ρώτησε ο καφετούλης
- `Όχι δεν έχεις τίποτα. Μα… ούτε την ουρά σου έχεις, του απάντησε ο ροζούλης.
- Αμάν. Ούτε κι εσύ την έχεις, διαπίστωσε όμως κι ο γκριζούλης
- Γιατί, την έχεις εσύ; του είπε ο καφετούλης
- Ωχ. Παιδιά ο κακός λύκος, είπε έντρομος ο ροζούλης
- Τι ο κακός λύκος; ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο γκριζούλης
- Ο κακός λύκος ζει, υπάρχει στ’ αλήθεια είπε φωναχτά ο καφετούλης και τρέμανε τα δοντά-κια του!
- Λες να μας πήρε αυτός τις ουρές μας για να μας τρομάξει, κατάφερε να ψελλίσει ο ροζού-λης.
- Λες; το μόνο που κατάφερε να πει ο γκριζούλης … και χωρίς να χάσουν καιρό και τα τρία μαζί πιασμένα χέρι – χέρι το έβαλαν στα πόδια φωνάζοντας
- Βοήθεια, τρέξτε να σωθείτε…

Πω – πω τρομάρα που πήραν τα καημένα τα γουρουνάκια.
Πού να ήξεραν ότι τις ουρές δεν τις είχε πάρει ο Λύκος αλλά τα Κακικατζαράκια, τα οποία ανάσα δεν έπαιρναν γιατί είχαν κι άλλη δουλειά. Σειρά είχαν τώρα οι νάνοι και η Χιονάτη. Και να που τους βρήκαν. Μόλις είχαν τελειώσει την προπόνησή τους στο μπάσκετ!

Όμως το τι έγινε, που έγινε χαμός μεγάλος, θα το μάθουμε την άλλη εβδομάδα…

Υπομονή παιδάκια!

Μαρία  Κίτρα
maraki@
junior.gr