Π Α Ν Τ Ο Μ Ι Μ Α

«Να πιει κανείς ή να μην πιει;»

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα καταπράσινο δάσος, μακριά από την πόλη, ζούσαν ανέμελα πολλά όμορφα και καλά ζωάκια. Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε στο δάσος ένας άγριος κυνηγός κρατώντας στο χέρι του ένα επικίνδυνο δίκαννο. `Εψαχνε από δω, έψαχνε από κει μήπως βρει κανένα ζώο να σκοτώσει. Κάποια στιγμή έβγαλε τα κιάλια του και τότε είδε πως λίγο πιο κάτω ήταν μαζεμένα ένα σωρό ζωάκια να παίζουν. `Οπλισε το δίκαννο του και πατώντας στις μύτες των ποδιών του άρχισε να πλησιάζει.

Ευτυχώς που εκείνη την ώρα έκανε τη βόλτα της μια πανέμορφη πολύχρωμη πεταλούδα και είδε τον επικίνδυνο κυνηγό. Χωρίς να χάσει λεπτό πέταξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς τους φίλους της για να τους ειδοποιήσει. `Ολοι ανησύχησαν και τρόμαξαν και αποφάσισαν προσωρινά να κρυφτούν πίσω από τα δέντρα μέχρι να σκεφτούν κάτι.

Ο κυνηγός επειδή είχε κάνει πολύ δρόμο, κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ξαποστάσει λίγο γιατί τον πονούσαν τα πόδια του και η μέση του. `Αρχισε να χασμουριέται αλλά δεν ήθελε με τίποτα να κοιμηθεί γιατί θα τον έπαιρνε το βράδυ και δεν θα έβλεπε τίποτε. Γι αυτό κάθε φορά που χασμουριόταν έδινε κι από ένα χαστούκι στον εαυτό του.

Τότε η μελισσούλα σκέφτηκε κάτι πολύ έξυπνο και χωρίς να ρωτήσει κανέναν, βγήκε από το δέντρο, πέταξε μπροστά από τον κυνηγό κι άρχισε να στριφογυρνάει γύρω – γύρω μέχρι να τον ζαλίσει. Και πραγματικά τα κατάφερε. Ο κυνηγός σε δύο λεπτά είχε πέσει ξερός σαν κούτσουρο.

`Όλα τα ζωάκια τότε άρχισαν δειλά – δειλά να βγαίνουν πίσω από τα δέντρα και πλησίασαν τον ξεραμένο κυνηγό. «Τι θα κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε το πάντα. «Ο κυνηγός δεν θα κοιμάται για ώρες. Να του δώσω μια μπουνιά να ξεραθεί;». «`Εχω μια καλύτερη ιδέα» πετάχτηκε τότε ο τίγρης και χωρίς να χάσει λεπτό τους εξήγησε το σχέδιό του.

`Ολοι ενθουσιάστηκαν πολύ γιατί το σχέδιο του τίγρη τους φάνηκε καταπληκτικό. Απ’ τη χαρά τους όμως παραλίγο να ξυπνήσουν τον κυνηγό. Ευτυχώς η μελισσούλα με τη βοήθεια της πεταλούδας άρχισαν να στριφογυρνάνε και πάλι γύρω του μέχρι που ξεράθηκε για τα καλά.

Κι έτσι έβαλαν σ’ εφαρμογή το σχέδιο : Ο τίγρης άνοιξε με προσοχή τη τσάντα του κυνηγού και άδειασε όλο το νερό από το παγούρι του. Η μελισσούλα με την πεταλούδα πήραν το κουτί με τις σφαίρες και παρόλο που ήταν πολύ βαρύ κατάφεραν να το κουβαλήσουν και να το θάψουν βαθιά στο χώμα. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσαν να βγάλουν τις δύο σφαίρες από το δίκαννο του κυνηγού γιατί το είχε στην αγκαλιά του. Αλλά ακόμα και γι’ αυτό είχαν προβλέψει. Το πάντα γέμισε ένα κύπελλο με τσίπουρο και το έβαλε πάνω σε μια πέτρα. Μετά έγραψε κάτι σε μια ταμπέλα και την έβαλε δίπλα στο κύπελλο. `Όλα ήταν έτοιμα. Κρύφτηκαν γρήγορα - γρήγορα πίσω από τα δέντρα και περίμεναν…

Μετά από ένα λεπτό να’ σου κι ο κυνηγός που ξύπνησε χορτασμένος και ξεκούραστος. Χασμουρήθηκε, τεντώθηκε καλά – καλά κι ύστερα άνοιξε την τσάντα του για να πιει νερό από το παγούρι. Μα το παγούρι ήταν άδειο. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε το είχε πιει αλλά δεν τα κατάφερε. Ξαφνικά όμως είδε το κύπελλο και την ταμπέλα που έγραφε: «Μαγικό νερό. Πιες το και δεν θα ξαναδιψάσεις». Ο κυνηγός έξυσε το κεφάλι του. «Να πιει κανείς ή να μην πιει;» αναρωτήθηκε, μα δεν το καλοσκέφτηκε γιατί του είχε βγει η γλώσσα από τη δίψα. Κι έτσι, με δυο γουλιές κατέβασε όλο το τσίπουρο κάτω.

Αμάν! Ο κυνηγός τα είδε όλα! `Αρχισε να ζαλίζεται κι όλα γύρω του κουνιόντουσαν. Τα δέντρα πήγαιναν από δω κι από κει, ζώα εμφανίστηκαν από το πουθενά, νυχτερίδες πετούσαν πάνω από το κεφάλι του. Τρόμαξε ο κυνηγός κι όπλισε το δίκαννο του. Αμέσως τα ζώα εξαφανίστηκαν πίσω από τα δέντρα και βγήκε γρήγορα το φεγγάρι όπου έφερε το απόλυτο σκοτάδι. Ο κυνηγός δεν έβλεπε ούτε την κόκκινη, από το μεθύσι, μύτη του. Το φεγγάρι πήγε και στάθηκε πίσω από τον κυνηγό για να φωτίζεται μόνο αυτός και τότε το πάντα με τον τίγρη κρατώντας έναν μεγάλο καθρέφτη βγήκαν με προσοχή και στάθηκαν μπροστά από τον κυνηγό. Εκείνος σάστισε. `Εβλεπε απέναντί του έναν άνθρωπο ολόιδιο μ’ αυτόν να κάνει ό,τι ακριβώς έκανε κι ο ίδιος. Μες στο μεθύσι του δεν είχε καταλάβει ότι έβλεπε το είδωλό του στον καθρέφτη κι άρχισε να φοβάται. Εκείνη τη στιγμή μια νυχτερίδα πέταξε μπροστά του και τρόμαξε τον κυνηγό. Αυτός όπλισε, έριξε μία αλλά δεν την πέτυχε. Η νυχτερίδα πέταξε άλλη μια φορά μπροστά του και τότε ο κυνηγός έριξε και την τελευταία του σφαίρα που και πάλι ευτυχώς δεν την πέτυχε.

Τότε το φεγγάρι φώναξε στα ζωάκια να βγουν έξω. `Αρχισαν όλα να τον τσιμπάνε και να τον τρομάζουν μέχρι που ο κυνηγός τρελάθηκε από το φόβο του κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Τα ζωάκια είχαν νικήσει κι ήταν τρισευτυχισμένα. `Εκαναν μια μεγάλη γιορτή που κράτησε μέχρι το επόμενο πρωί όπου τους βρήκε όλους να κοιμούνται ήσυχα και γαλήνια ενώ ο κυνηγός … ακόμα τρέχει από το φόβο του και δεν φτάνει !!!

Τ έ λ ο ς

 

Μαρία  Κίτρα
maraki@
junior.gr