Ο Κοντορεβιθούλης
 

μέρος 2ο

... Το κουδούνι χτύπησε βγάζοντας έναν ήχο που ακούστηκε σαν δράκος που πονά το δόντι του. Τα παιδάκια τρόμαξαν κι έκαναν τρία βήματα πίσω. Σε 3,5 δευτερόλεπτα άνοιξε την πόρτα μια τεράστια γυναίκα γύρω στα 65 και βαριά γύρω στα 265 κιλά.
 
«Τι θέλετε βρε μυξιάρικα και χτυπάτε το κουδούνι μεσημεριάτικα;» ρώτησε αγριεμένη.
 «Να τα πούμε;» είπε ο Κοντορεβιθούλης
 «Πας καλά ρε δείγμα δωρεάν; Ιούλιο μήνα θα μας πεις τα κάλαντα;» απάντησε εκείνη σμίγο-ντας τα φρύδια.
 «Ε, τότε μήπως έχετε τίποτα εφημερίδες για ανακύκλωση;» ξαναρώτησε ο μικρός.
 «Ναι, εσένα, αν δεν εξαφανιστείτε από μπροστά μου σε 5 δευτερόλεπτα.
«Ε, τότε μήπως θέλετε καλή, όμορφη και αδύνατη κυριούλα να μας καλέσετε μέσα να φαμε, γιατί ο πατέρας μας χάθηκε στο δάσος κι εμείς έχουμε πεθάνει της πείνας», είπε αυτή τη φορά ο Κοντορεβιθούλης ελπίζοντας ότι θα έπιανε στο φιλότιμο τη μεγαλόσωμη κυρία.
 «Α, εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα παιδάκι μου. `Άντε φύγετε από δω γιατί έχω ρεβιθοκεφτέδες στο τηγάνι και θα μου καούν».
«Γυναίκααα, οι κεφτέδες γίνανε κάρβουνα» ακούστηκε από μέσα μια βαριά τρομακτική αντρική φωνή.
«Ωχ, συμφορά μου, πάει το μεσημεριανό μας. Θα με σκοτώσει ο άντρας μου», είπε αλαλιασμένη η κυρά κι έτρεξε γρήγορα προς τα μέσα.
«ψψψιιιτττ, μάγκες μπουκάρετε αμέσως μέσα. Τώρα είναι ευκαιρία» είπε ο Κοντορεβιθούλης στ’ αδέρφια του κουνώντας το κεφάλι του προς τα δεξιά δείχνοντάς τους την ελεύθερη είσοδο.
 
Τα παιδιά τότε βρήκαν ευκαιρία και τρύπωσαν μέσα στο σπίτι χωρίς κανείς να τους πάρει χαμπάρι. Μόνο ένα ποντικάκι άσπρο που έπινε τον καφέ του στο κλουβάκι του απόρησε με τα παιδιά αλλά δεν έδωσε σημασία γιατί διάβαζε την εφημερίδα του «Το ποντικοέθνος».
Τα παιδάκια προχωρήσανε σιγά - σιγά προς τον τεράστιο διάδρομο που ήταν στρωμένος μ’ ένα μακρύ πράσινο χαλί και ακολουθώντας τις φωνές φτάσανε στην κουζίνα όπου εκεί βρίσκονταν η κυρά και ένα πελώριο μοβ πλάσμα, με τρία σκόρπια δόντια, ένα μάτι και δύο μυτερά αυτιά. Τα παιδιά άσπρισαν από το φόβο τους. Ο Κοντορεβιθούλης όμως δεν χαμπάριζε από κάτι τέτοια. Είχε δει πολλά «παιδικά» από την πρωινή ζώνη της τηλεόρασης και αυτό το πλάσμα του φάνηκε πιο πολύ αστείο παρά τρομακτικό.

Το μοβ πλάσμα φώναζε στην κυρά γιατί είχε κάψει το φαγητό κι εκείνη κλαίγοντας έχυνε εκείνη την ώρα το μαύρο λάδι στο νεροχύτη. Ο Κοντορεβιθούλης χωρίς να διστάσει μπήκε αποφασιστικά στην κουζίνα, ανέβηκε στο τραπέζι, έβαλε τα χεράκια στη μέση, ξερόβηξε κι είπε:

«Συγνώμη που διακόπτω αυτή την τρυφερή οικογενειακή σας στιγμή, αλλά επιτρέψτε μου να παρουσιαστώ. Ονομάζομαι Κοντορεβιθούλης και είμαι ο ειδικός στην παραγωγή, το μαγείρε-μα και την κατανάλωση πάσης φύσεως ρεβιθιών. Πώς ονομάζεστε παρακαλώ αρρενωπέ μου μοβ κύριε;»

Ο μοβ κύριος αν και έβγαζε καπνούς από τα μυτερά αυτιά του μόλις άκουσε το μικρούλι απάντησε.
«Ονομάζομαι Γίγαντας Μοβούλης. Είπες πως είσαι ειδικός στα ρεβίθια; Μα τα ρεβίθια είναι το αγαπημένο μου φαγητό. Αλήθεια, μπορείς να μου μαγειρέψεις; `Εχω λαλήσει από την πείνα. Κι αυτά που έφτιαξε η γυναίκα μου είναι μόνο για να παίξεις πινγκ-πονγκ!»
«Στηριχτείτε επάνω μου καλέ μου Γίγαντα Μοβούλη. Σε κλάσματα … ωρών θα σας έχω έτοιμο ένα θεσπέσιο πιάτο που θα γλείφετε μέχρι και τα μοβ σας δάχτυλα. Αλλά για να γίνει αυτό θέλω κι από εσάς καμιά 20αριά χάρες» απάντησε ο Κοντορεβιθούλης που είχε αρχίσει να αναθαρρεί.

Ο Γίγαντας ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. «Βρε μπόμπιρα έτσι και ανοίξεις εσύ το φούρνο θα τον περάσεις για διαμέρισμα. Ας γελάσω. Χα, χα, χα και χου, χου, χου».

«Γελάει καλύτερα όποιος τρώει τελευταίος κύριε Γίγαντά μου. Κάντε στην άκρη κι αφήστε το μεγάλο σεφ Κοντορεβίθ να μεγαλουργήσει».

Ο Κοντορεβιθούλης κατέβηκε από το τραπέζι και γεμάτος αυτοπεποίθηση ξεκίνησε τις διαδικασίες. Για πότε μούλιασε ρεβίθια, τα έπλασε με μυρωδικά, τα τηγάνισε κανείς δεν ξέρει. Μετά από λίγη ώρα και σαν ήταν έτοιμα και αχνιστά τα σερβίρισε σε πιάτα και τα έβαλε πάνω στο τραπέζι. Ο Γίγαντας Μοβούλης είχε πάθει την πλάκα του. Μυρίζανε υπέροχα. Καθίσανε όλοι στο τραπέζι και πέσανε με τα μούτρα στους κεφτέδες. Για ένα τέταρτο το μόνο που ακουγόταν ήταν τα μουγκρητά ευχαρίστησης και ευδαιμονίας των συνδαιτυμόνων.
Ο Γίγαντας Μοβούλης αφού έφαγε και τον 84ο κεφτέ του από μοβ έγινε πράσινος. Είπε λοιπόν κατευχαριστημένος.
«Σε παραδέχομαι Κοντορεβιθούλη. Γεια στα χέρια σου. Είσαι μεγάλος σεφ. Ζήτα μου λοιπόν ό,τι θέλεις και θα το έχεις από μένα» του είπε και πήρε μια οδοντογλυφίδα να καθαρίσει τα τρία δόντια του.
«Αγαπητέ μου Γίγαντα. Μη φανταστείς ότι θέλω κάτι σπουδαίο. Απλά πράγματα. Καταρχήν θέλω να μου χαρίσεις τις μπότες σου γιατί έχω ένα πέτσινο μπουφάν και ταιριάζουν σούπερ. Δεύτερον θέλω να μας αφήνεις να ερχόμαστε σπίτι σου να παίζουμε κι εγώ κάθε φορά θα φτιάχνω ρεβιθοκεφτέδες να τρώμε παρέα. Τρίτον, να μας αφήνεις να παίζουμε ποδόσφαιρο στον κήπο σου. Τέταρτον να μπορούμε να κάνουμε μία φορά το μήνα πάρτι στο σπίτι σου που είναι τεράστιο. Και πέμπτον να μην ξαναμαλώσεις τη γυναίκα σου από δω γιατί είναι πολύ καλή και ευγενική».

Ο Μοβούλης δεν έφερε καμία αντίρρηση παρά συμφώνησε σε όλα. `Ετσι, τα παιδιά χαιρετίσανε χαρούμενοι το Γίγαντα και τη γυναίκα του και τρέξανε κατά το σπίτι τους. Εκεί είδαν τους γονείς τους που βρίσκονταν στην εξώπορτα έτοιμοι για το αεροδρόμιο.
«Για πού το βάλατε στοργικοί γονείς μας» ρώτησε ο Κοντορεβιθούλης.
«Τι είναι αυτές οι βαλίτσες που κρατάτε;», ρώτησε ο μεγάλος αδερφός.
«Εεε, αυτές οι βαλίτσες έχουν μέσα ρουχαλάκια για τους φτωχούς. Τώρα πηγαίναμε να τα αφήσουμε στην εκκλησία» είπε ο πατέρας και η μύτη του μεγάλωσε σαν καλαμόβεργα!

`Όπως καταλάβατε, το ταξίδι των γονιών αναβλήθηκε, τα παιδιά επέστρεψαν στο σπίτι τους και το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι από εκείνη την ημέρα ζήσανε όλοι καλά και ο Γίγαντας Μοβούλης ακόμη καλύτερα.

Αυτή είναι η πραγματική ιστορία του Κοντορεβιθούλη, ο οποίος κυκλοφορεί με το πέτσινο μπουφάν του και τις μπότες του Γίγαντα Μοβούλη. Αν κανείς από σας τον συναντήσει κατά τύχη πείτε του να έρθει και στο σπίτι μου να μου φτιάξει και μένα ένα πιάτο ρεβιθοκεφτέδες. Μου πέσανε τα σάλια…


Μαρία  Κίτρα
maraki@
junior.gr