Ο Κοντορεβιθούλης
 

μέρος 1ο

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα φτωχικό σπιτάκι κοντά στο δάσος, ζούσε μια πλούσια οικογένεια, αποτελούμενη από μπαμπά εφοπλιστή, μαμά νοικοκυρά και τέσσερα αγοράκια. Η μαμά περίμενε να γεννήσει και το πέμπτο αγοράκι, το οποίο ήταν στην κοιλίτσα της αρκετό καιρό και όπου να’ ναι θα έσκαγε μύτη! `Ολοι ήταν χαρούμενοι: Ο μπαμπάς γιατί επιτέλους με τον πέμπτο γιο θα έφτιαχνε ομάδα μπάσκετ, η μαμά γιατί επιτέλους θα ξεφούσκωνε, μια και αισθανόταν ωσάν αερόστατο και τα τέσσερα αγοράκια γιατί επιτέλους θα είχαν κάποιον καινούριο, εκτός από τη γάτα, το σκύλο, το ψαράκι και το καναρίνι, να πειράζουν, να τσιμπάνε, να ξεμαλλιάζουν, χωρίς … το θύμα να μιλάει!
 
`Όταν το μωράκι ήρθε στον κόσμο τους, τρέλανε όλους στο κλάμα. Και όχι μόνο αυτό αλλά δεν ήθελε με τίποτα, βρε με τίποτα, να πιει το γάλα του. Και τι δεν δοκίμασαν. Παστίτσιο, μουσακά, κομματάκια πάπιας με πουρέ από φραγκοστάφυλα, αγριογούρουνο με μέλι και πορτοκάλι, τίποτα εκείνο. Ραμμένο το στόμα. Το άνοιγε μονάχα για να ουρλιάζει. Πώς έγινε μια μέρα και πήρε το τσακίρικο ματάκι του ένα πιάτο ρεβίθια που είχε φτιάξει η μαμά, πήγε μπουσουλώντας, άρπαξε τα ρεβίθια και με μιας τα κατέβασε στο στομαχάκι του. Αμέσως, το προσωπάκι του χαμογέλασε κι άρχισε να φωνάζει γλυκά – γλυκά «σέλω κι άλλο». Αυτό ήταν! Η μουρμούρα και το κλάμα σταμάτησαν εντελώς. Το μικρό αγοράκι ήθελε να τρώει μόνο ρεβίθια και τίποτε άλλο. Γι’ αυτό και τον ονόμασαν Ρεβιθούλη. `Όμως ο μπαμπάς δεν ήθελε ο γιος του να έχει το ίδιο όνομα με το γιο του Ποπάυ, γι’ αυτό τον ονόμασε Κοντορεβιθούλη αφού και στο ύψος δεν έλεγε και πολλά (κι έτσι οι ελπίδες του για ομάδα μπάσκετ σβήσανε).
 
Ο καιρός περνούσε και όλα κυλούσαν ήρεμα και ωραία. `Ένα βραδάκι, εκεί που τα μικρά παιδιά είχαν πέσει για ύπνο, η μαμά και ο μπαμπάς καθίσανε κατάκοποι από όλη την ημέρα να δουν στην τηλεόραση το αγαπημένο τους σήριαλ, «Το μικρό σπίτι στο λιμάνι». Η μαμά όμως όλο αναστέναζε. «Αχ» και «αχ» και ξανά «αχ» και ξανά ματά «αχ». Ε, στην 32η φορά ρώτησε κι ο άντρας της τι είχε και βαρυγκωμούσε σαν γάιδαρος στην ανηφόρα. Κι έτσι τα ξεφούρνισε όλα η κυρά-μαμά.
 
«Αχ, καλέ μου αντρούλη. `Ολη τη μέρα πλένω, σκουπίζω, καθαρίζω, σιδερώνω, λειώνω ρεβίθια, τινάζω σεντόνια. Δεν μπορώ άλλο. Κι αυτά τα σκασμένα δεν με βοηθάνε καθόλου. Πού είναι εκείνες οι εποχές που με πήγαινες στο θέατρο, στα πάρκα, στα κρουαζιερόπλοια, στον πρέσβη που μας κακομάθαινε με τα σοκολατάκια του κι ένα σωρό άλλα»; Ο μπαμπάς μπήκε σε περισυλλογή. Μετά από σκέψη 5 δευτερολέπτων είπε τα εξής: «`Εχεις δίκιο στοργική μου γυναικούλα. Πώς θα σου φαινόταν αν πηγαίναμε ένα εξπρές ταξιδάκι στη Χαβάη για 2 μήνες;»
 
«Καταπληκτική ιδέα καλέ μου», απάντησε εκείνη ενθουσιασμένη. «Αν και νομίζω ότι σου διαφεύγει μια μικρή λεπτομέρεια. Τα παιδιά μας, τι θα τα κάνουμε;»
 
Ο μπαμπάς στραβοκατάπιε γιατί όντως του είχε ξεφύγει αυτή η λεπτομέρεια. `Όμως είπε αμέσως τα εξής για να εντυπωσιάσει τη γυναίκα του: «Μη σκας, χρυσή μου. θα κάνουμε το εξής. Εμείς θα φτιάξουμε τις βαλίτσες μας ήσυχα κι ωραία, μετά θα πάμε τα παιδιά μας μια βόλτα στο δάσος και θα τ’ αφήσουμε εκεί. Σε δυο μήνες περνάμε και τα παίρνουμε. Αυτά, αφού καταλάβουν ότι εμείς λείπουμε, θα βγουν στους δρόμους, θα πουλήσουν χαρτομάντιλα, θα πλένουν τα τζάμια στα αυτοκίνητα, θα μας έχουν πεθυμήσει κι έτσι όταν περάσουμε να τα πάρουμε θα είμαστε και πάλι μια χαρούμενη οικογένεια. Λοιπόν τι λες;» Τι να πει η μαμά; Είχε ενθουσιαστεί με τον τετραπέρατο σύζυγό της. Τον καμάρωνε που για όλα έβρισκε τις κατάλληλες λύσεις. «Αλόχα!» του είπε και πήγαν για ύπνο.
 
Ξημέρωσε το επόμενο πρωί και όλοι ετοιμάστηκαν μέσα στην καλή χαρά για τη βόλτα στο δάσος. Σαν φτάσανε με το καλό και αφού είχαν χωθεί για τα καλά μέσα στο πυκνό δάσος, ο πατέρας άνοιξε ένα επιτραπέζιο κι έβαλε κάτω τα παιδιά να παίξουν. Μόλις εκείνα είχαν βυθιστεί στο παιχνίδι, ο στοργικός μπαμπάς έφυγε πατώντας στις μύτες και στα αυτιά των παπουτσιών του. Θα πήγαινε σπίτι να πάρει τη γυναίκα του που ετοίμαζε τις βαλίτσες για να πάνε στο αεροδρόμιο.
 
Κάποια στιγμή και μετά από ώρα εκεί που τα παιδιά μάλωναν για το ποιος κερδίζει στο παιχνίδι πετάχτηκε ο Κοντορεβιθούλης και είπε: «Ρε μάγκες, η εξοχή μου άνοιξε την όρεξη. Εδώ και ώρα μου μυρίζουν ρεβιθοκεφτέδες. Κάποιος τηγανίζει κάπου εδώ κοντά».
 
«`Εχεις δίκιο μυξιάρικο» απάντησε ο μεγαλύτερος. «Κι εμείς πεινάμε. Τι μας συμβουλεύεις να κάνουμε;»

«Καταρχήν να επισημάνω ότι ο πατέρας λείπει εδώ και ώρα. Μάλλον θα μαζεύει χαμομήλι. Κατά δεύτερον η μυρωδιά έρχεται από εκείνο το σπίτι πάνω στο λόφο. Αν θέλετε πρώτα να φάμε κι ύστερα να ψάξουμε για τον πατέρα, ακολουθήστε με» είπε αποφασιστικά ο Κοντορεβιθούλης, κι αμέσως τα αδέρφια του τον ακολούθησαν χωρίς αντίρρηση.
 
Μια και δυο και τρεις και τέσσερις ξεκινήσανε για το σπίτι στο λόφο. Σαν φτάσανε μετά από ώρα κι αφού τους είχε βγει η γλώσσα έξω από την πολλή ανηφόρα ο Κοντορεβιθούλης είπε: «Αφήστε να καθαρίσω εγώ που είμαι κι ο πιο έξυπνος». `Ετσι μπήκε μπροστά και χτύπησε το κουδούνι…

`Αραγε τι έγινε; Τους άνοιξε κανείς; Ποιος τους άνοιξε; Οι γονείς των παιδιών την είχαν κοπανήσει για Χαβάη; Αυτά κι άλλα πολλά θα απαντηθούν στο 2ο μέρος και τελευταίο μέρος, πολύ σύντομα!


Μαρία  Κίτρα
maraki@
junior.gr