Το πιο φοβιτσιάρικο κουνελάκι του κόσμου


Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα καταπράσινο δάσος, που βρισκόταν πίσω από ένα πανύψηλο βουνό, ζούσαν ήρεμα και χαρούμενα πολλά – πολλά ζωάκια. Μέσα σ’ αυτό το δάσος, ζούσε κι ένα πολύ μικρούλι κουνελάκι, που ήταν όμως πολύ φοβιτσιάρικο. `Ηταν το πιο φοβιτσιάρικο κουνελάκι στον κόσμο. Από την ώρα που ξυπνούσε το πρωί για να πάει σχολείο, μέχρι την ώρα που θα έπεφτε για ύπνο, έτρεμε από το φόβο του. Να φανταστείτε, ότι ακόμα και στον ύπνο του φοβόταν, γιατί δεν ήξερε τι όνειρα θα έβλεπε. Και μάλιστα φοβόταν κάθε μέρα, για όλο το χρόνο και όλες τις εποχές! Το φθινόπωρο, φοβόταν ότι δε θα ήταν καλός μαθητής. `Υστερα φοβόταν μήπως πέσουν από κάποιο δέντρο πολλά φύλλα πάνω του και τον πλακώσουν και δεν μπορεί να αναπνεύσει! Το χειμώνα φοβόταν μήπως παγώσει από το πολύ κρύο ή πέσει πάνω του πολύ χιόνι και μοιάζει με χιονάνθρωπο και κανείς δεν θα τον βρει. Την άνοιξη πάλι φοβόταν μήπως είχε αλλεργία στα λουλούδια και αρρώσταινε. Γι’ αυτό δεν μύριζε ποτέ του λουλούδια. `Αλλες φορές φοβόταν το χαρταετό που πετούσαν τα άλλα παιδάκια, μήπως πάθει καμία ηλεκτροπληξία ή του έρθει στο κεφάλι του και τον χτυπήσει. Το καλοκαίρι, τέλος, φοβόταν τον πολύ ήλιο μην τον κάψει, τα πολλά φρούτα μήπως τον πονέσει η κοιλίτσα του, τους κυνηγούς μήπως τον πιάσουν και ένα σωρό άλλα πράγματα. Οι γονείς του προσπαθούσαν συνέχεια να τον κάνουν να ξεπεράσει όλους του τους φόβους, μα δεν τα κατάφερναν. Γιατί το κουνελάκι φοβόταν τον... φόβο. Η αλήθεια είναι πάντως, ότι και το ίδιο το κουνελάκι είχε κάνει πολλές προσπάθειες να ξεπεράσει έστω κι έναν φόβο, μα ... δεν τα είχε καταφέρει. Κι από την άλλη στενοχωριόταν που έβλεπε τους γονείς του τόσο σκεπτικούς, τα αδέρφια του τόσο γενναία και τα άλλα ζωάκια να τον κοροϊδεύουν!

 

Στο δάσος, πλησίαζε η εποχή του Πάσχα κι όλοι είχαν πολλές ετοιμασίες. `Επρεπε να ζυμώσουν τσουρέκια, να βάψουν τα αυγά τους, τα φτιάξουν λαμπαδίτσες για όλα τα μικρά ζωάκια, να ψωνίσουν τρόφιμα, γλυκά και δώρα.

 

Μια μέρα, που το μικρό μας κουνελάκι ήταν στο σχολείο, η δασκάλα έλεγε στα παιδιά της για το Χριστούλη, για τα έθιμα του Πάσχα, για τη νηστεία που έπρεπε να κάνουν όλοι και για το γιορτινό τραπέζι της Ανάστασης. Κάποια στιγμή, η δασκάλα είπε πως το Πάσχα των ανθρώπων μοιάζει πολύ με το δικό τους. «Οι άνθρωποι» είπε «αγοράζουν στα παιδιά τους να φάνε ένα σοκολατένιο κουνελάκι, που τους αρέσει πολύ». Τι ήταν όμως να το πει! Καινούριος τρόμος για το μικρό μας το φοβιτσιάρικο κουνελάκι. Μόλις το άκουσε, έβαλε τα χεράκια του στα μάγουλά του κι άρχισε με το μυαλουδάκι του να σκέφτεται τρομακτικές σκηνές. Φανταζόταν ότι το είχαν πάει σε ένα μεγάλο εργοστάσιο, ενώ εκείνο έκλαιγε, το περιχύνανε με ζεστή σοκολάτα, το βάζανε σε ένα κουτί και το στέλνανε στα μαγαζιά για να το πουλήσουν. Ευτυχώς, χτύπησε το κουδούνι για να σχολάσουν, αλλιώς ... θα είχε κιόλας λιποθυμήσει!!!

 

 
Ο δρόμος για το γυρισμό ήταν σκέτο μαρτύριο. Κοίταζε συνέχεια δεξιά – αριστερά μήπως κάποιος το παρακολουθεί για να το αρπάξει. Μόλις άκουγε ένα θόρυβο φώναζε «μαμάάά», αν κάποιος πάλι το χαιρετούσε εκείνο δεν απαντούσε, παρά έβαζε κάτω το κεφαλάκι του και συνέχιζε το δρόμο του. Μόλις έφτασε στο σπίτι του, έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιό του για να σκεφτεί. «Τι να κάνω τώρα» μονολόγησε «πώς θα πω πάλι στους γονείς μου ότι φοβάμαι. Κάτι πρέπει να κάνω. Κανείς εξάλλου δεν με καταλαβαίνει». Αυτά είπε, και έτσι, χωρίς να το καλοσκεφτεί πήρε μια μεγάλη απόφαση. Θα έφευγε από το δάσος. Θα πήγαινε κάπου, δεν ήξερε πού, να ζήσει μόνος του. `Εφτιαξε πρόχειρα μια βαλιτσούλα και το μεσημέρι, που όλοι κοιμόντουσαν, το έσκασε από το σπίτι. «Καλύτερα να κρυφτώ, παρά να βρεθώ σοκολατένιος σε κουτί να με φάνε », είπε παραπονεμένο και βυθισμένο στις σκέψεις του άρχισε να ξεμακραίνει χωρίς να το καταλαβαίνει...

 

... `Ηρθε το απόγευμα και σιγά – σιγά άρχισαν να ξυπνάνε όλα τα ζωάκια του δάσους. Η μαμά κουνέλα, ξύπνησε κι εκείνη με τη σειρά της κι αμέσως πήγε στην κουζίνα να φτιάξει το απογευματινό των παιδιών. `Αρχισε να τα φωνάζει ένα- ένα να κατέβουν για να φάνε, πριν ξεκινήσουν το διάβασμά τους, μα ... δεν κατέβηκαν όλα. `Ελειπε το μικρούλι τους. Η μαμά κουνέλα βέβαια ήταν σίγουρη πως πάλι κάτι θα είχε φοβηθεί ο γιος της και έμεινε στο δωμάτιό του. `Ομως επειδή το αγαπούσε πολύ, πήρε το γάλα και τα μπισκοτάκια του και ανέβηκε να του τα πάει. `Ομως, όταν μπήκε μέσα, φυσικά δεν το βρήκε πουθενά! Το κρεβατάκι του ήταν στρωμένο και πάνω υπήρχε ένα γράμμα. Η μαμά κουνέλα άρχισε να ανησυχεί και άνοιξε αμέσως το γράμμα που έλεγε: «Αγαπημένη μου μανούλα. Δεν μπορώ άλλο να φοβάμαι ούτε να σας στενοχωρώ και γι’ αυτό φεύγω να ζήσω μόνος μου. Σήμερα έμαθα πως οι άνθρωποι μας κάνουν σοκολατένιους για να μας φάνε! Μη με ψάξεις, αν και θα πάω να ζήσω στο τέλος του βουνού, όπως στρίβεις αριστερά, και στο πρώτο δρομάκι δεξιά. Θα κάνω μόνος μου Πάσχα και θα προσευχηθώ στο Χριστούλη να με βοηθήσει να γίνω γενναίος. Μόλις τα καταφέρω, θα γυρίσω σπίτι μας. Με πολλή αγάπη, ο φοβιτσιάρης γιόκας σου».

  
Η μαμά κουνέλα συγκινήθηκε πολύ. Κατέβηκε αμέσως κάτω κι αφού είπε σε όλους τα νέα ξεκίνησαν μαζί να πάνε να βρουν το μικρό κουνελάκι τους...

 

... «Μα πού βρίσκομαι», αναρωτήθηκε κάποια στιγμή μετά από πολλή ώρα δρόμου, το μικρό φοβιτσιάρικο κουνελάκι που είχε κιόλας φτάσει στην άκρη του δάσους. «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ», ακούστηκε μια φωνή από πίσω του. Γύρισε και αντίκρισε τον κυρ-Φιδούκλη, τον ταχυδρόμο. «Πώς βρέθηκες μόνος σου εδώ, τόσο μακριά από το σπίτι σου; Σε λίγο θα σκοτεινιάσει» είπε με απορία στο φοβιτσιάρικο κουνελάκι. «Δε με νοιάζει» απάντησε εκείνο παραπονιάρικα. «Δε θέλω να γυρίσω πίσω. Φοβάμαι το Πάσχα. Θα με βρουν οι άνθρωποι και θα με κάνουν σοκολατένιο για να με φάνε», συνέχισε να λέει εξηγώντας του αυτά που είχε πει η δασκάλα τους το πρωί στο σχολείο. Ο κύριος Φιδούκλης γέλασε με την ψυχή του. `Ηξερε πόσο φοβιτσιάρικο ήταν το κουνελάκι, και γι’ αυτό προσπάθησε αμέσως να του εξηγήσει ότι είχε παρεξηγήσει τα λόγια της δασκάλας του. Του είπε λοιπόν ότι τα κουνελάκια τα φτιάχνουν οι άνθρωποι μόνο από σοκολάτα, ότι είναι γλυκά και όχι αληθινά, για να τα φάνε τα παιδάκια το Πάσχα επειδή είναι πολύ νόστιμα. Του μίλησε για πολλή – πολλή ώρα, του εξήγησε πως δεν πρέπει να φοβάται τίποτα,   αν κάνει την προσευχούλα του κάθε βράδυ στο Χριστούλη, ότι θα τον ψάχνουν οι γονείς του και θα ανησυχούν ήδη πολύ, και ότι τώρα που πλησιάζει το Πάσχα είναι μια καλή ευκαιρία να κάνει μια καινούρια, μια γενναία αρχή...

 

... Η μαμά κουνέλα με τον κυρ κούνελο κόντευαν να φτάσουν στο τέλος του δάσους όταν συναντήσανε δύο πουλάκια.

«Τσιρ, τσιρ» κελάηδησαν και τα δύο. «Το μικρό σας παιδάκι είναι με τον κυρ-Φιδούκλη πίσω από το μεγάλο πεύκο», είπαν και τους έδειξε το ένα πού ακριβώς να πάνε. `Οταν έφτασαν είδαν το μικρό τους φοβιτσιάρικο κουνελάκι να συζητάει σα μεγάλο παιδί με τον κυρ-Φιδούκλη. `Ελεγε πως θα γινόταν γενναίος, πως αγαπούσε το Πάσχα και πως ήθελε να γυρίσει αμέσως σπίτι του. Εκείνη την ώρα, έτρεξε η μαμά του και το πήρε στην αγκαλιά της.

 

Αφού ευχαρίστησαν τον κυρ-Φιδούκλη για όλα όσα είχε κάνει και είχε πει, ξεκίνησαν για το δρόμο του γυρισμού πολύ χαρούμενοι....

 

... Το Πάσχα έφτασε στο πανέμορφο δάσος που ζούσαν τα ζωάκια. `Ολοι γιόρτασαν την Ανάσταση του Χριστούλη και παντού υπήρχε χαρά και αγάπη. Το μικρό μας φοβιτσιάρικο κουνελάκι φαινόταν πως είχε αλλάξει. `Επαιζε στην αυλή με τα αδερφάκια του και τους φίλους του, έτρεχε, γελούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένο, γιατί πίστευε πως δεν φοβόταν τίποτα πια.


Μέχρι .... που άκουσε να σκάνε τα βεγγαλικά της Ανάστασης!!!

  

   

Μαρία  Κίτρα
maraki@junior.gr