ΕΝΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΑΚΙ ΔΙΧΩΣ … ΣΠΙΤΙ

Πριν από μερικά καλοκαίρια, περίπου 3,5 με 5, σε έναν πράσινο αγρό ζούσε την ήσυχη ζωή του, ένα τόσο δα - τοσοδούλι σαλιγκαράκι. Φίλους δεν είχε, δουλειές δεν είχε, μόνο τεμπελιά είχε. Κάθε μέρα έκανε την βόλτα του στον αγρό και κάθε βράδυ κοιμόταν. Σαν ήθελε να πλυθεί, πήγαινε κάτω από ένα φύλλο που είχε νερό, γυρνούσε λίγο από τα αριστερά, λίγο από τα δεξιά και αυτό ήταν. Και σαν ήθελε να στεγνώσει, ανέβαινε με την ησυχία του σε ένα λουλούδι και λιαζόταν στον ήλιο. `Οσο για την τροφή του, δεν έδινε και πολύ μεγάλη σημασία. Αν έβρισκε έτρωγε, αν δεν έβρισκε, δεν έτρωγε. `Εκανε και λίγη δίαιτα.
Το τοσοδούλι σαλιγκαράκι ήταν μοναχικό γιατί πίστευε ότι δεν είχε ανάγκη κανέναν αφού είχε το σπίτι του και την ησυχία του. `Οπου πήγαινε αυτό, μαζί πήγαινε και το σπιτάκι του. `Οταν μάλιστα έβλεπε άλλα ζουζουνάκια ή ζωάκια να τρέχουν από δω κι από κει όταν έβρεχε ξαφνικά ή έκανε ζεστή πολλή, γελούσε με την καρδιά του και τις κεραίες του. Θεωρούσε τον εαυτό του πολύ τυχερό.


Μα μια μέρα έγινε κάτι που έφερε τα πάνω κάτω. `Ηταν Δευτέρα μεσημέρι και ένας γαϊδαράκος που τριγυρνούσε στον αγρό, είδε την αγαπημένη του φοραδίτσα να περνάει κου-νιστή και λυγιστή από μπροστά του. Ε! αυτό ήτανε. Τα έχασε μονομιάς. Μα ήταν κι αυτή τόσο όμορφη! Ο γαϊδαράκος ζαλίστηκε από την ομορφιά της τόσο πολύ που άρχισε να πηγαίνει πέρα – δώθε. `Όμως κάποια στιγμή παραπάτησε, σκόνταψε, σκουντούφλησε σε έναν κορμό δέντρου και … έπεσε κάτω στη γη ανάσκελα. Η ουρίτσα του όμως με το πέσιμο προσγειώθηκε στο σαλιγκαράκι που εκείνη τη στιγμή κοιμόταν του καλού καιρού!
«Αουτς!» αναφώνησε με πόνο το τοσοδούλι σαλιγκαράκι, και ένα σκρατς ακούστηκε. Μα τι είχε γίνει; Το σπιτάκι του μικρού μας σαλιγκαριού είχε σπάσει. Πω – πω! Τι συμφορά! Ευτυχώς δεν χτύπησε το ίδιο, μα το σπίτι του είχε γίνει ένα μάτσο κομματάκια. Ο γαϊδαράκος όταν συνήλθε άκουσε τις φωνές του μικρού σαλιγκαριού και πήγε κοντά του. «Συγνώμη, συγνώμη σαλιγκαράκι μου. Δεν το ήθελα. Χίλια συγνώμη. Τι μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω;» έλεγε ο καημένος γιατί πραγματικά είχε στενοχωρηθεί πολύ.


Τ
ο σαλιγκαράκι ήταν απαρηγόρητο. Στα καλά καθούμενα βρέθηκε δίχως σπίτι. Και τώρα; Ούτε να θυμώσει δεν μπορούσε. Τόσο στενοχωρημένο και φοβισμένο ήταν. Εντωμεταξύ ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και σιγά – σιγά σκοτείνιαζε. Πού θα έβγαζε τη νύχτα του;. Πού θα κοιμόταν; Τότε είπε στο γαϊδαράκο: «`Εχεις στυλό και χαρτί; Θέλω να γράψω ένα γράμμα» Ευτυχώς ο γαϊδαράκος είχε και στυλό και χαρτί γιατί ετοιμαζόταν, πριν σκουντουφλήσει, να γράψει ένα γράμμα στη φοραδίτσα που αγαπούσε. Χωρίς να σκεφτεί, τα έδωσε στο τραυματισμένο σαλιγκαράκι και εκείνο με τη σειρά του έγραψε αυτά τα λογάκια:
«Αγαπημένε μου θείες σαλίγκαρε. Ξέρω ότι έχω πολύ καιρό να σου γράψω γράμμα και θα έχεις δίκιο αν είσαι θυμωμένος. `Όμως τώρα χρειάζομαι τη βοήθειά σου. `Εγινε ένα ατύχημα και έσπασε το σπιτάκι του. Εσύ έχεις ένα σωρό, το θυμάμαι. Μπορείς να μου στείλεις επειγόντως ένα; `Ηδη κρυώνω και ήδη φοβάμαι και ήδη δεν ξέρω τι να κάνω. Σε ευχαριστώ. Κλαψ!».


Μόλις το έγραψε, το έβαλε σε ένα φάκελο και το έδωσε στο γαϊδαράκο, λέγοντάς του μάλιστα να το στείλει αμέσως. Ο γαϊδαράκος χωρίς να χάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο έγινε κα-πνός. Και τώρα; `Εμεινε μοναχούλι του μην ξέροντας τι να κάνει. Και έβαλε τα κλάματα. Τα έβαλε τόσο δυνατά που τον άκουσε μία χελώνα που γυρνούσε από τα ψώνια της. «Γιατί κλαις σαλιγκαράκι;» το ρώτησε με ενδιαφέρον.

 

Το σαλιγκαράκι της διηγήθηκε τι είχε συμβεί και η χελώνα το λυπήθηκε. Προσφέρθηκε λοιπόν να το βοηθήσει. `Εδεσε με πολλή προσοχή μία κορδελίτσα από το λαιμό του και το πήγε στο φίλο του τον κύριο Μανιτάρη. Θα περνούσε εκεί το βράδυ του και το πρωί θα έβρισκαν κάποια λύση. Το σαλιγκαράκι δέχτηκε αμέσως. Πραγματικά λοιπόν, μετά από λίγο δρόμο φτάσανε στον κύριο Μανιτάρη όπου του εξηγήσανε τι είχε συμβεί. Φυσικά εκείνος δέχτηκε αμέσως να το φιλοξενήσει. Μα ήταν όλοι τους τόσο καλοί. Και το σαλιγκαράκι τόσο άδικο όλο αυτόν τον καιρό που δεν τον ένοιαζε τίποτα, εκτός από τον εαυτό του. Ο κύριος Μανιτάρης του έδειξε ακριβώς πού μπορούσε να ξαπλώσει να κοιμηθεί και μετά έγειρε από πάνω του για να μην κρυώνει. Το σαλιγκαράκι ήταν πολύ συγκινημένο. `Ετσι στα ξαφνικά και χωρίς να τους έχει κάνει ποτέ τίποτα ήθελαν όλοι να τον βοηθήσουν.

Σε πέντε δευτερόλεπτα είχε βυθιστεί και έβλεπε όνειρα. `Όχι ακριβώς όνειρα, μάλλον εφιάλτες έβλεπε. Είδε, λέει, πως αντί για καινούριο σπιτάκι είχε ένα ρολόι, που κάθε μια ώρα χτυπούσε το ξυπνητήρι και ενοχλούσε τον κόσμο. `Ολοι τον μαλώνανε μα εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Πω – πω, τι ήταν και αυτό. Προσπάθησε να αλλάξει λίγο πλευρό για να τελειώσει αυτό το τρομακτικό όνειρο, μα δεν μπορούσε. Και μετά είδε κάτι άλλο. Είδε, λέει, πως ο θείος του ο Σαλίγκαρος, για να τον εκδικηθεί που τόσο καιρό τον είχε ξεχάσει δεν του έστειλε σαλιγκαρένιο σπίτι αλλά ένα αληθινό, με παράθυρα, πόρτα και φουγάρο. Μάλιστα! Φουγάρο. `Οπου τον έκαιγε στην πλατούλα μα εκείνο πάλι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.


Ααα!!! Αυτά δεν ήταν όνειρα. `Επρεπε να ξυπνήσει. Και ξύπνησε και είδε τον ήλιο να του κλείνει το μάτι. Τώρα αυτό ήταν καλό ή κακό σημάδι; Ποιος το ήξερε; Δεν πρόλαβε να βγάλει συμπέρασμα και άκουσε μια φωνή. «Σαλιγκαράκι, σαλιγκαράκι, είσαι καλά;» Γύρισε με κόπο τις κεραίες του και είδε μια σαλιγκαρίνα με το παιδάκι της να έρχονται προς το μέρος του όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. «Μα δεν αξίζω τη συμπόνια σας, ούτε την αγάπη σας», είπε με παράπονο. «Την αξίζεις», απάντησε η σαλιγκαρίνα. «Απλά πρέπει να καταλάβεις ότι κανείς δεν μπορεί να ζήσει από μόνος του, χωρίς τη βοήθεια των άλλων. `Ισως τώρα που σου συνέβη αυτό να το έμαθες». Πριν προλάβει όμως να απαντήσει, ήρθε τρέχοντας άλλο ένα σαλιγκαράκι που κρατούσε ένα γράμμα.


Του το έδωσε κατευθείαν, χωρίς ανάσα. Το γράμμα έγραφε: «Αγαπητό μου σαλιγκαράκι. Πολύ λυπήθηκα γι’ αυτό που έπαθες. Ξέρεις πόσο σε αγαπάω, γι’ αυτό σου στέλνω ένα καινούριο κίτρινο σπιτάκι. Φόρεσέ το με προσοχή και όλα θα πάνε καλά. `Οποτε μπορείς να έρθεις να με επισκεφτείς. Θα χαρώ πολύ. Με αγάπη ο θείος σου».


Το σαλιγκαράκι μας έβαλε τα κλάματα. Πόσο είχε συγκινηθεί. Μα έβαλαν τα κλάματα και όλοι όσοι ήταν τριγύρω του. Ο Μανιτάρης, η κυρά Χελώνα, η Σαλιγκαρίνα με το παιδάκι της και ο Γαϊδαράκος που κρατούσε το καινούριο σπιτάκι…


Μέσα σε λίγη ώρα το σαλιγκαράκι φορούσε πια το καινούριο του σπιτάκι, το οποίο μπήκε πάνω στην πλατούλα του τέλεια. Το σαλιγκαράκι ευχαρίστησε ένα – ένα όλους όσους τον είχαν βοηθήσει και μάλιστα τους είπε πως ήταν πολύ τυχερός που τους είχε όλους φίλους του.


Από εκείνη την ημέρα, το μικρό, τοσοδούλι σαλιγκαράκι έκανε πολλούς νέους φίλους, και βοηθούσε όποιον χρειαζόταν βοήθεια. `Ετσι, έζησαν αυτοί καλά και ακόμα καλύτερα!!!

 


Μαρία  Κίτρα
maraki@junior.gr