O Λύκος στη μεγάλη πόλη

Μια φορά κι έναν καιρό, με φεγγάρι φωτεινό

Ένας λύκος λυπημένος, με βαλίτσες φορτωμένος

Ξεκινάει και πηγαίνει σε μια πόλη φωτισμένη

Τη ζωή του για ν’ αλλάξει και τη μοίρα του να φτιάξει.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει ώσπου βλέπει ένα καμίνι

Συλλογιέται τότε μόνος και του φεύγει λίγο ο πόνος:

«Να η πόλη η μεγάλη που’χει τα πολλά τα κάλλη.

Εκεί μέσα πάω να ζήσω όσο θέλω να γλεντήσω!»

Πάει… πάει… προχωράει κι όποιον βλέπει χαιρετάει.

«Καλημέρα σας!» φωνάζει μα κανέναν δεν ταράζει.

Είναι όλοι τους σκυμμένοι, φαίνονται πολύ θλιμμένοι,

Ούτε ένας δε μιλάει, ούτε καν χαμογελάει…

«Μα τι έχουν όλοι τούτοι κι έχουν γίνει σα μπαρούτι;

Για να δούμε παρακάτω, λες να βρω κάνα κεφάτο;»

«Μπιιιμπ» και «μπιιμπ» κάποιος κορνάρει, είν’ ο λύκος στο φανάρι,

με το κόκκινο περνάει πουθενά δε σταματάει.

Κρύβεται σε μια γωνία και γεμάτος αγωνία

Ψάχνει γύρω για να βρει ένα μέρος μ’ ησυχία.

Το κεφάλι του γυρίζει κι η κοιλιά του γουργουρίζει

Είν’ η ώρα του να φάει και σε μια ταβέρνα πάει.

«Πω – πω ζουμερό φαγάκι και κοτόπουλο σουβλάκι

μες στο μαγαζί θα πάω, όλα θέλω να τα φάω!»

Μα μια σκούπα με κοντάρι τον εβρήκε στο ποδάρι

Ένας άνθρωπος κρατούσε και το λύκο κοπανούσε!!!

«Αν δεν έχεις κάνα φράγκο, δεν θα δεις γεμάτο πιάτο,

φύγε τώρα μη σε πιάσω στο τσιγκέλι σε κρεμάσω…»

Βάζει την ουρά στα σκέλια και ο λύκος δίχως γέλια

Όπου φύγει – φύγει τώρα μην τον έβρει κι άλλη μπόρα.

«Αααα, θα φύγω, δεν αντέχω, όλη την ημέρα τρέχω.

Πίσω θέλω να γυρίσω μες στο δάσος μου να ζήσω.

Εδώ έχει φασαρία και καθόλου ηρεμία

Ούτε δέντρα και ρυάκια, μήτε είδα άλλα ζωάκια»

Μα μυαλό ποτέ δε βάζει, ένα τσίρκο κάνει χάζι.

Πλησιάζει για να δει, κάτι γίνεται εκεί.

Ξάφνου κάποιος τον αρπάζει και αρχίζει να φωνάζει:

«Από πού το’ σκασες εσύ; Μπες στην κλούβα τη γερή»

Κι έτσι ο λύκος ο καημένος είναι πια φυλακισμένος

Με το τσίρκο τριγυρνάει, το κοινό χειροκροτάει.

Δεν του άρεσε το δάσος, ούτε το μικρό το άλσος

Ήθελε ζωή μεγάλη μες στη δόξα μες στα κάλλη!!!

 

Μαρία  Κίτρα
maraki@junior.gr